Συνέντευξη: Έθιμα Δωδεκαημέρου στο Μοναστηράκι Δράμας

proinos-typos

  Η ακριτική περιοχή της Δράμας στη Βόρεια Ελλάδα είχε και έχει πλούσιο λαϊκό πολιτισμό, ο οποίος παραμένει αναλλοίωτος στο πέρασμα των Χρόνων. Οι ρίζες του μάλιστα, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, φτάνουν έως και τους προϊστορικούς χρόνους. Κεντρική θέση στο λαϊκό πολιτισμό της Δράμας κατέχουν τα Δρώμενα των Θεοφανείων. Τα Δρώμενα αυτά τα συναντούμε στα Ντόπια χωριά Μοναστηράκι, Ξηροπόταμος, Πετρούσα, Πύργους, Βώλακας, Καληβρύση, Παγονέρι και στη Νικήσιανη Καβάλας. Παλαιότερα συναντούσαμε και στη Μικρόπολη Δράμας το έθιμο του “Κουδουνά”, το οποίο πλέον δεν τελείται. Ειδικά για το έθιμο στο Μοναστηράκι, τους “Αράπηδες” θα μας διαφωτίσει η οικογένεια Κιάκου, μια οικογένεια που έχει συνδέσει το όνομά της πολύ στενά με τη Λαϊκή Παράδοση του Μοναστηρακίου και όχι μόνο.

Μαρία Κιάκου (Χοροδιδάσκαλος- Μουσικός)

– Τι είναι το δρώμενο και ποιος είναι ο συμβολισμός του;

  Το δρώμενο είναι μια τελετουργική πράξη, η οποία αρχικά ενείχε και λατρευτική διάσταση. Τελείται με συλλογική συμμετοχή μιας κοινότητας ή ομάδας που αποβλέπει στην Ευετηρία, δηλαδή την Καλοχρονία και την καλή σοδειά. Κατά τη λαϊκή παράδοση λέγεται ότι με το δρώμενο φεύγουν και τα “κακά πνεύματα”. Τελείται από τις 5 έως τις 6 Ιανουαρίου, δηλαδή τις ημέρες του εορταστικού κύκλου των Θεοφανείων.

– Τι περιλαμβάνει το έθιμο στο Μοναστηράκι;

  Το Μοναστηράκι απέχει 5χλμ από την πόλη της Δράμας. Παλαιότερα ονομαζόταν Δράνοβα και ο πληθυσμός του ανέρχεται γύρω στους 700 κατοίκους. Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για το Μοναστηράκι είναι οι “Αράπηδες”, ένα έθιμο με μορφή δρώμενου που τελείται την ημέρα των Θεοφανείων. Το όνομα Αράπηδες προέρχεται από το κυρίαρχο μαύρο χρώμα της μεταμφίεσης των πρωταγωνιστών. Το έθιμο αρχίζει στις 5 Ιανουαρίου κάθε έτους, παραμονή Θεοφανείων, το βράδυ. Μια ομάδα παιδιών με κουδούνια γυρίζει το χωριό και αναγγέλλει την τέλεση των εθίμων της επομένης ημέρας. Παράλληλα οι συμμετέχοντες, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες προετοιμάζονται μέσα από ένα βραδινό γλέντι με τη συνοδεία τοπικών μουσικών οργάνων, που λαμβάνει χώρα στο “Σπίτι του Αράπη”. Την επόμενη ημέρα, ανήμερα των Θεοφανείων, πρωί πρωί ξεκινάει η “Τσέτα” και πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι χορεύοντας και τραγουδώντας για να ευοδώσουν οι ευχές της Καλοχρονίας. Καταλήγουν όλοι μαζί στην πλατεία του Χωριού, όπου εκεί πραγματοποιείται μεγάλος Χορός με μπροστάρηδες τους “Τσέτα-Μπασήδες”. Ακολουθούν οι παρευρισκόμενοι πιασμένοι χέρι χέρι σε έναν κύκλο με μια αρχή και ένα τέλος, για να συμβολίζουν την ενότητα και το δέσιμο της κοινότητας. Στη μέση του Χορού οι Αράπηδες κάνουν το δικό τους τελετουργικό και κυνηγούν τα μικρά παιδιά, που κατά παράδοση τους ενοχλούν. Το γλέντι τελειώνει με τη Δύση του Ηλίου, με την υπόσχεση να γίνει και του Χρόνου.

– Τι περιλαμβάνει η “Τσέτα” που προαναφέρατε;

  Τσέτα είναι η ομάδα, ο θίασος των Μεταμφιεσμένων. Συγκροτείται αποκλειστικά από άντρες, κυρίως νέους του χωριού. Οι αρχηγοί της, οι Τσέτα-Μπασήδες, μέλη της τοπικής Κοινότητας, πρώην μεταμφιεσμένοι, καθοδηγούν και συντονίζουν την ομάδα. Πίσω τους ακολουθούν οι Αράπηδες, που φαντάζουν πελώριοι με τις τεράστιες μάσκες τους, φτιαγμένες από γιδοπροβιές. Το υπόλοιπο σώμα τους είναι καλυμμένο με μαύρες κάπες. Στη μέση τους έχουν δεμένα μεγάλα κουδούνια, συνήθως 3, στο ένα χέρι τους κρατούν ξύλινο σπαθί και στο άλλο ένα σακούλι με στάχτες. Στην Τσέτα βρίσκουμε και “Γκιλίγκες”. Οι Γκιλίγκες αποτελούν τη μοναδική γυναικεία παρουσία στην Τσέτα, έστω και αν εκπροσωπείται από μεταμφιεσμένους άντρες, που φορούν τις παραδοσιακές γυναικείες τοπικές φορεσιές. Μέρος της Τσέτας είναι και οι “Παππούδες”, άντρες ντυμένοι με παραδοσιακή αντρική τοπική φορεσιά. Εκείνοι που ξεχωρίζουν, όμως, στην Τσέτα είναι οι “Τσολιάδες”, οι “Εύζωνοι”. Στα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα συγκαταλέγονται η μαύρη μαντίλα με κρόσια, που δένεται στο κεφάλι, οι “τσέβρες”, πολύχρωμες μαντίλες ριγμένες στην πλάτη, και το χάντρινο κορδόνι, απαραίτητο εξάρτημα στα χέρια του Τσολιά. Η Τσέτα δημιουργείται κάθε χρόνο και η απαρχή της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Όπως λένε και οι παλιότεροι, έτσι τη βρήκαμε και έτσι τη συνεχίζουμε.

– Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με το Έθιμο;

  Το Μοναστηράκι είναι ο Τόπος όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι ήχοι του νταϊρέ και της λύρας, οι εικόνες των Αράπηδων και της Τσέτας, τα χορευτικά βήματα των ντόπιων αποτελούν για εμένα έντονα βιώματα. Τα βιώματα αυτά διατηρούνται ζωντανά στη μνήμη μου μέσω της προφορικής παράδοσης, όπως και τα τραγούδια, οι θρύλοι τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Πλέον με την ιδιότητα μου ως Μουσικός, αλλά και ως Δάσκαλος Χορού μπορώ να αναπαράγω αυτά τα βιώματα και να τα διαδίδω στις νεότερες γενιές, ώστε να μην εκλείψει αυτός ο κύκλος. Όλα όσα ξέρω αλλά και όσα έχω καταφέρει να πετύχω σχετικά με τη λαϊκή παράδοση του Τόπου τα οφείλω στον πατέρα μου, Νικόλα, τον άνθρωπο που με προετοίμασε και άνοιξε το δρόμο για την πορεία μου στο χώρο, τον άνθρωπο που με μύησε στο μοναδικό κόσμο της Μουσικής και του Χορού…

Κιάκος Νικόλαος (οργανοπαίχτης 89 ετών)

Ο Κιάκος Νικόλαος

– Ποια είναι η δική σας προσωπική σχέση με το έθιμο;

  Καταρχάς τυγχάνει να είμαι γέννημα θρέμα Μοναστηρακιώτης, καθώς και οι 2 γονείς μου κατάγονται από αυτό το χωριό. Η μουσική για εμένα αποτελεί οικογενειακή παράδοση, αφού ο παππούς μου, ο πατέρας μου, εγώ ο ίδιος, τα 2 μου παιδιά αλλά και το εγγόνι μου είναι οργανοπαίχτες. Πέρα από το γεγονός ότι ήμουν για 35 χρόνια οργανοπαίχτης- Νταϊρετζής του συλλόγου, οργάνωνα την Τσέτα και πριν την ίδρυση του, ήδη από το 1955. Κατά τις ημέρες του Εθίμου έχω διατελέσει Τσέτα-Μπασής, Τσολιάς, ή ακόμα και Παππούς μια χρονιά που μας επισκέφθηκε η Δόμνα Σαμίου. Επίσης κατασκευάζω νταϊρέδες καθώς και φορεσιές για Αράπη. Ωστόσο η ιδιαίτερή μου σύνδεση με το έθιμο εντοπίζεται στο γεγονός ότι, πριν δημιουργηθεί ο Σύλλογος, δηλαδή πριν το 1977, κάθε παραμονή Θεοφανείων κόσμος κατέκλυζε το σπίτι μας και γλεντούσαμε όλοι μαζί, περιμένοντας την επόμενη ημέρα να ξεκινήσει η Τσέτα τη διαδρομή της από σπίτι σε σπίτι. Γέμιζε τότε το σπίτι μας φωνές, γέλια, ποτά, αρώματα και κυρίως χορό, Μερακλήδικο χορό. Στο Σπίτι μας μαζευόταν η Τσέτα και έπειτα από λίγες ημέρες, ανήμερα του Αγίου Αθανασίου. Κάναμε εκείνη την ημέρα όλοι μαζί χαλβά.

– Ποια μουσικά όργανα περιλαμβάνει το έθιμο και πώς μάθατε εσείς μουσική;

  Στο Έθιμο η παρουσία λαϊκών μουσικών οργάνων είναι πάντοτε απαραίτητη. Παλαιότερα ο νταϊρές πήγαινε πάντοτε ζευγάρι με την τοπική γκάιντα και η μακεδονική λύρα είχε πιο περιορισμένο ρόλο. Αργότερα όμως εξέλειψαν οι οργανοπαίχτες της γκάιντας, λόγω και της μεγαλύτερης δυσκολίας, και η λύρα πήρε τη θέση της πλάι στον νταϊρέ. Τα 2 αυτά όργανα συνοδεύουν αδιάλειπτα την Τσέτα, παρατηρώ όμως ότι μερικοί νέοι αρχίζουν να μαθαίνουν και την ξεχασμένη γκάιντα. Άλλα όργανα που έπαιζε ο κόσμος στο χωριό γενικώς πιο παλιά ήταν η φλογέρα, ο δίαυλος και το καβάλι, το οποίο έπαιζε και ο πατέρας μου. Εγώ προσωπικά γνωρίζω να παίζω, όπως και να φτιάχνω, νταϊρέ. Ο πατέρας μου ήταν Μουσικός και, βλέποντάς τον, έμαθα να παίζω και εγώ. Μετέπειτα έμαθα στα παιδιά μου να παίζουν, ώστε να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση.

– Πώς αισθάνεται κανείς όταν παίζει Μουσική στο Έθιμο;

  Η Μουσική μου αρέσει πάρα πολύ, δεν έπαιζα ποτέ με σκοπό το κέρδος. Αυτό που χαιρόμουν περισσότερο ήταν οι μερακλήδες του Χωριού, είχαμε πολλούς μερακλήδες παλιά, που χόρευαν με την ψυχή τους. Ούτε το κρύο, ούτε η βροχή, ούτε το πυκνό χιόνι μας σταμάτησε ποτέ, ο χορός γινόταν πάντα, διότι οι άνθρωποι αδημονούσαν για το Έθιμο. Θυμάμαι είχα έναν φίλο που μου έλεγε “Περιμένω αυτή τη στιγμή ένα χρόνο, θέλω επιτέλους να χορέψω”. Αυτό σε γεμίζει όρεξη και ευχαρίστηση. Στον παγετό βέβαια υπάρχει κάποια δυσκολία για έναν οργανοπαίχτη του Νταϊρέ, επειδή το χέρι που τον κρατάει είναι ακίνητο και πονάει πολύ. Ο πόνος όμως ξεπερνιέται μπροστά στο γούστο του χορού.

Η Τσέτα σε ένα Αλώνι, ο Κιάκος Νικόλαος κάτω δεξιά

– Τι νιώθετε όταν βλέπετε ολοένα και περισσότερο κόσμο να αναγνωρίζει την Αξία της Παράδοσης και να αγαπάει το έθιμο;

  Η αλήθεια είναι ότι πριν 30 περίπου χρόνια το Έθιμο δεν ήταν ακόμα πολύ γνωστό. Το ήξεραν ορισμένοι μόνο από τη Δράμα, όσοι ασχολούνταν ειδικώς, καθώς και οι δικοί μας φίλοι από άλλα μέρη. Από το 1992 όμως άλλαξε αυτό. Εκείνη τη Χρονιά μας προσκάλεσε το Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής για μια παράσταση με όλη την τσέτα και τους οργανοπαίχτες. Από τότε ο κόσμος άρχισε να μας μαθαίνει και να αναγνωρίζει το Έθιμο. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη πλέον αποτελούν σταθερούς επισκέπτες κάθε χρόνο. Μάλιστα μου ζητάνε συνέχεια να τους φτιάξω από κανέναν νταϊρέ. Πρέπει να έχω χαρίσει συνολικά περίπου 25 νταϊρέδες στην Αθήνα, ο ένας κοσμεί ακόμα το κεντρικό Λύκειο. Επιπλέον, ειδικά τα τελευταία χρόνια γίνονται σεμινάρια πάνω στο αντικείμενο και κάθε χρόνο μας επισκέπτονται από κάθε γωνιά της Ελλάδας, φέτος θα έρθουν από την Καλαμάτα από όσο ξέρω. Όλοι όσοι ασχολούνται με την παράδοση μας γνωρίζουν πλέον και θέλουν να μάθουν τα μυστικά μας. Μου αρέσει που έρχεται πλέον περισσότερος κόσμος, είναι πολύ όμορφο να γεμίζει η πλατεία. Είναι μια αναγνώριση για εμάς, μια αναγνώριση για κάθε οργανοπαίχτη. Το μόνο που με λυπεί είναι ότι πλέον δεν έχουμε μεγάλης ηλικίας μερακλήδες. Αυτοί χόρευαν περισσότερο, το ζούσαν πιο πολύ το έθιμο. Θυμάμαι είχαμε έναν παππού μερακλή που χόρευε χωρίς παπούτσια, ενώ έξω είχε χιόνια και παγετό. Τόσο πολύ τον ευχαριστιόταν τον χορό!

Το Μοναστηράκι Δράμας στο Μέγαρο Μουσικής

– Τι θα λέγατε στους Νέους που συνεχίζουν το έθιμο και έρχονται κάθε χρόνο;

  Καταρχάς θα ήθελα να πω μπράβο στους νέους, ειδικά στους νέους του Χωριού, διότι φαίνεται ότι αγαπούν το Έθιμο, ότι θέλουν να το συνεχίσουν. Μπορώ να διακρίνω το μεράκι τους, αυτό με γεμίζει αισιοδοξία για τη συνέχεια. Θα τους συμβουλέψω λοιπόν να συνεχίσουν έτσι, με πάθος και αγάπη. Να συνεχίσουν να μαθαίνουν την Παράδοση του Τόπου και να τη μεταλαμπαδεύουν και στους μικρότερους. Να συνεχίσουν να μαθαίνουν ειδικά μουσική, ακόμα και από πολύ μικρή ηλικία, διότι έτσι δένονται με τον τόπο και διαπλάθουν χαρακτήρα. Αυτό ισχύει για όλους τους νέους. Ελπίζω το Έθιμο να συνεχιστεί στους αιώνες!

Μαζί με τους Αθηναίους, το 1992, ο κ. Κιάκος τέρμα αριστερά 

 

  Ευχαριστούμε τον Κύριο Κιάκο Νικόλαο για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε και τις μνήμες που μοιράστηκε μαζί μας. Του Ευχόμαστε να δει ξανά τους “μερακλήδες”, όπως του αρέσει να αποκαλεί όσους ζουν και αναπνέουν για το χορό, να εμφανίζονται τα Θεοφάνεια και να του θυμίζουν την παλιά εποχή. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο είναι από το προσωπικό του αρχείο.

Close Menu